ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Βουλή των Αντιπροσώπων

Βουλή των Αντιπροσώπων

Ο πολιτικός ρόλος και οι αρμοδιότητες της Βουλής

Αναθεώρηση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας 

Μια από τις σημαντικότερες αρμοδιότητες της Βουλής είναι το δικαίωμά της να αναθεωρεί το σύνταγμα. Από την αναθεώρηση εξαιρούνται τα θεμελιώδη άρθρα του συντάγματος, που καθορίζουν τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρικής Δημοκρατίας, με Έλληνα Πρόεδρο και Τούρκο Αντιπρόεδρο, καθώς και όλες οι διατάξεις που διασφαλίζουν τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Τα υπόλοιπα άρθρα του συντάγματος μπορεί να τροποποιηθούν με την προϋπόθεση θετικής ψήφου των δύο τρίτων των Ελληνοκυπρίων βουλευτών και των δύο τρίτων των Τουρκοκυπρίων βουλευτών.

Μετά τα γεγονότα του 1963 και την αποχώρηση των δεκαπέντε Τουρκοκυπρίων βουλευτών, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, επικαλούμενη το δίκαιο της ανάγκης, αναθεώρησε το σύνταγμα δέκα πέντε φορές, ως ακολούθως:

Το 1989 η Βουλή, ανταποκρινόμενη στην ανάγκη για εκσυγχρονισμό του οικογενειακού δικαίου, τροποποίησε το άρθρο 111 του συντάγματος και εισήγαγε τον θεσμό του πολιτικού γάμου και νομοθεσία που διέπει τις σχέσεις των συζύγων.

Τον Νοέμβριο του 1996, προσαρμοζόμενη στα σύγχρονα δεδομένα και αντιλήψεις για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, προχώρησε στην τροποποίηση του άρθρου 63 του συντάγματος και επέκτεινε το δικαίωμα της ψήφου στις βουλευτικές εκλογές, καθορίζοντας ως κατώτατο όριο ηλικίας των εκλογέων το δέκατο όγδοο έτος, αντί του εικοστού πρώτου που προέβλεπε το σύνταγμα.

Τον Δεκέμβριο του 1996 η Βουλή προέβη στην τροποποίηση και του άρθρου 66.2 του συντάγματος, το οποίο επέβαλλε διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής σε περίπτωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας, ορίζοντας ότι σε τέτοια περίπτωση η κενωθείσα έδρα πληρούται από τον πρώτο επιλαχόντα βουλευτή του ίδιου κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων ή συνδυασμού ανεξαρτήτων.

Το 2002 η Βουλή, στα πλαίσια της αίτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας για προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και ιδιαίτερα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Καταστατικό για το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, προχώρησε στην τροποποίηση των άρθρων 47, 118 και 119 του συντάγματος, ώστε να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.

Η πέμπτη αναθεώρηση του συντάγματος προέκυψε από την προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ανάγκη να ανταποκριθεί η Δημοκρατία επιτυχώς στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ένταξή της, καθώς και στις διεθνείς της υποχρεώσεις.  Ως εκ τούτου, η Βουλή το 2006 προέβη σε τροποποίηση του συντάγματος με την προσθήκη σε αυτό του νέου άρθρου 1Α και την τροποποίηση των άρθρων 11, 140, 169 και 179, σύμφωνα με τα οποία αναγνωρίζεται η υπεροχή του δικαίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι των συνταγματικών διατάξεων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ρυθμίστηκε επίσης μεταξύ άλλων η σύλληψη ή κράτηση πολίτη της Δημοκρατίας προς τον σκοπό παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αλλά μόνο αναφορικά με γεγονότα που επισυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το 2010 η Βουλή τροποποίησε το άρθρο 17 του συντάγματος δίνοντας στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας τη δυνατότητα να επεμβαίνουν κατά την άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας και να παρακολουθούν υπό προϋποθέσεις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, με σκοπό την ασφάλεια της Δημοκρατίας και τη δημόσια ασφάλεια, την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος και την προστασία συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών οποιουδήποτε προσώπου.

Το 2013 η Βουλή προέβη σε νέα τροποποίηση του άρθρου 11 του συντάγματος για σκοπούς πλήρους συμμόρφωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τις πρόνοιες για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών, έτσι ώστε να επιτρέπεται η έκδοση Κυπρίων υπηκόων για γεγονότα που επισυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν και πριν από την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επιπλέον να καταστεί σαφές ότι η σύλληψη για σκοπούς έκδοσης, όταν υπάρχει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διενεργείται στη βάση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, χωρίς να απαιτείται η έκδοση τοπικού εντάλματος σύλληψης.

Το 2015 πραγματοποιήθηκε η όγδοη αναθεώρηση του συντάγματος με την τροποποίηση του άρθρου 146, που σκοπό είχε την ίδρυση με νόμο Διοικητικού Δικαστηρίου, ώστε να αποσυμφορηθεί σε σημαντικό βαθμό το Ανώτατο Δικαστήριο και να επιτευχθεί o στόχος της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Στο Διοικητικό Δικαστήριο παραχωρήθηκαν βάσει νόμου η αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάζει σε πρώτο βαθμό προσφυγές που εκδίκαζε δυνάμει του άρθρου 146 το Ανώτατο Δικαστήριο και ενισχυμένες δικαιοδοτικές εξουσίες, όταν η προσφυγή αφορά φορολογικό ζήτημα ή διαδικασία διεθνούς προστασίας.

Τον Απρίλιο του 2016 η Βουλή ψήφισε την ένατη τροποποίηση του συντάγματος, τροποποιώντας το άρθρο 15 του συντάγματος, ώστε  η διαφάνεια στη δημόσια ζωή ή η λήψη μέτρων κατά της διαφθοράς να περιληφθούν στους λόγους για τους οποίους είναι επιτρεπτή η κατά νόμο επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ψήφιση νομοθεσίας για την υποχρεωτική δημοσιοποίηση και τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων των πολιτειακών αξιωματούχων.

Τον Σεπτέμβριο του 2016 η Βουλή προέβη στη δέκατη τροποποίηση του συντάγματος, με την οποία καταργήθηκε η  παράγραφος 2 του άρθρου 7 του συντάγματος, που προέβλεπε τη δυνατότητα επιβολής θανατικής ποινής διά νόμου στις περιπτώσεις φόνου εκ προμελέτης, εσχάτης προδοσίας, πειρατείας κατά το διεθνές δίκαιο και αδικήματος τιμωρούμενου διά ποινής θανάτου σύμφωνα με τον στρατιωτικό ποινικό νόμο και συνακόλουθα απαλείφθηκαν οι συναφείς αναφορές σε θανατική ποινή από τα άρθρα 11, 47, 48, 49, 83, 106, καθώς και από την παράγραφο 4 του άρθρου 53 του συντάγματος.

Στις 5 Ιουλίου του 2019 η Βουλή, με την τροποποίηση του άρθρου 167 του συντάγματος, προέβη στην ενδέκατη αναθεώρηση του συντάγματος, ώστε να διασφαλισθεί συνταγματικά η οικονομική αυτονομία της νομοθετικής εξουσίας με την κατάρτιση του προϋπολογισμού της αυτόνομα και χωρίς την εμπλοκή της εκτελεστικής εξουσίας. Στις 12 Ιουλίου του 2019 το νομοθετικό σώμα, αποδεχόμενο μερικώς την αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ψήφισε ομόφωνα σε νόμο επαναδιατυπωμένο κείμενο του αναπεμφθέντος νόμου.

Με σκοπό να καλυφθεί το συνταγματικό κενό που διαπιστώθηκε αναφορικά με την πλήρωση αποποιηθείσας ή μη καταληφθείσας βουλευτικής έδρας, η Βουλή των Αντιπροσώπων ομόφωνα προχώρησε στη δωδέκατη τροποποίηση του συντάγματος (άρθρα 66 και 71), έτσι που η πλήρωσή της να διενεργείται με τρόπο που θα καθορίζεται σε νόμο. Η ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία, ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρωση της μη καταληφθείσας βουλευτικής έδρας κατά τις βουλευτικές εκλογές του 2016, λαμβάνοντας υπόψη τις δύο αποφάσεις του Εκλογοδικείου σε σχετικές εκλογικές αιτήσεις, τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της αναφοράς του Προέδρου της Δημοκρατίας που ακολούθησε και την εισήγηση που εξέφρασε στο παρελθόν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας για την ανάγκη τροποποίησης του συντάγματος για αντιμετώπιση του όλου ζητήματος. 
Ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμος τροποποιήθηκε  στις 11 Οκτωβρίου 2019, ώστε κατ’ επιταγήν της πρόσφατης τροποποίησης του συντάγματος, η πλήρωση βουλευτικής έδρας σε περίπτωση αποποίησης ή μη κατάληψης αυτής να διενεργείται από επιλαχόντα, κατ’ ανάλογο τρόπο που ισχύει για κενωθείσα έδρα.  

Η δέκατη τρίτη τροποποίηση του συντάγματος, που αποσκοπούσε στην τροποποίηση του άρθρου 40 του συντάγματος, ώστε στα απαιτούμενα για υποβολή υποψηφιότητας προς εκλογή Προέδρου ή Αντιπροέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί ότι «δεν έχει υπηρετήσει συνεχόμενα στο αξίωμα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας τις αμέσως δύο προηγούμενες θητείες», ψηφίστηκε σε νόμο στις 6 Δεκεμβρίου 2019 με 38 ψήφους υπέρ και 12 εναντίον.

Η τροποποίηση του άρθρου 64 του συντάγματος, ώστε να καταστεί  δυνατή η διεκδίκηση βουλευτικής έδρας από πολίτες της Δημοκρατίας που συμπληρώνουν το 21ο έτος της ηλικίας αντί του 25ου έτους της ηλικίας, που ίσχυε προηγουμένως, που ψηφίστηκε ομόφωνα σε νόμο στις 6 Δεκεμβρίου 2019, επέφερε τη δέκατη τέταρτη τροποποίηση του του συντάγματος. Με τη ρύθμιση αυτή δόθηκε η δυνατότητα στους νεότερους να έχουν ενεργό ρόλο και λόγο στα πολιτικά δρώμενα του τόπου και ενισχύθηκε η συμμετοχή τους στα κοινά.

Για τη διαχείριση θεμάτων που αφορούν τους αιτητές ασύλου στη Δημοκρατία, η Βουλή προέβη στις 4 Σεπτεμβρίου 2020 στη δέκατη πέμπτη τροποποίηση του συντάγματος, με την οποία τροποποιήθηκε η τρίτη παράγραφος του άρθρου 146 του συντάγματος, ώστε να ορίζεται διά νόμου η προθεσμία άσκησης προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Η τροποποίηση εγκρίθηκε με 38 ψήφους υπέρ και 14 εναντίον.

Θέσπιση νομοθεσίας

Η Βουλή είναι κατεξοχήν νομοθετικό όργανο. Η νομοθετική της λειτουργία συνίσταται στη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση κανόνων δικαίου. Η προτεινόμενη νομοθεσία υποβάλλεται στη Βουλή υπό μορφή σχεδίων νόμου (νομοσχέδια και προτάσεις νόμου). Το δικαίωμα της υποβολής νομοσχεδίων ανήκει, σύμφωνα με το σύνταγμα, στους υπουργούς και των προτάσεων νόμου στους βουλευτές, με τον περιορισμό ότι αυτές δε συνεπάγονται αύξηση των δαπανών που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό. Κάθε σχέδιο νόμου που κατατίθεται στη Βουλή συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση, επεξηγηματική δηλαδή έκθεση σχετικά με τους λόγους που επιβάλλουν τη θέσπιση ή την τροποποίηση ή κατάργηση σχετικής νομοθεσίας.

Τα σχέδια νόμου που κατατίθενται στη Βουλή παραπέμπονται αρχικά για εξέταση και νομοτεχνική επεξεργασία στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Στην επιτροπή καλείται ο εισηγητής της προτεινόμενης νομοθεσίας (βουλευτής/υπουργός ή εκπρόσωπός του), για να υποστηρίξει και να αναπτύξει τη σχετική πρόταση. Η επιτροπή έχει δικαίωμα να καλέσει οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο όργανο, αρχή, οργανισμό, σωματείο, σύνδεσμο προσώπων, συντεχνία, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για να παράσχει πληροφορίες και στοιχεία ή για να εκφράσει και να αναπτύξει απόψεις σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα. Η επιτροπή υποβάλλει στη συνέχεια έκθεση στην ολομέλεια του σώματος με τις παρατηρήσεις και τα πορίσματά της από την εξέταση του θέματος και με τις συστάσεις της για ψήφιση ή για καταψήφιση. Η συζήτηση και ψήφιση των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμου γίνονται σε τρία στάδια: κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο. Οι νόμοι και οι αποφάσεις της Βουλής ψηφίζονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών, εκτός από την απόφαση για διάλυση της Βουλής που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία και την απόφαση για μεταβολή του αριθμού των βουλευτών που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων.

Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και για την έγκριση από τη Βουλή της δευτερογενούς νομοθεσίας (κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των οικείων νόμων και δημόσιων εγγράφων που κατατίθενται στο σώμα), καθώς και για την κύρωση διεθνών συνθηκών και συμβάσεων. H διαπραγμάτευση και η υπογραφή κάθε συνθήκης, σύμβασης ή διεθνούς συμφωνίας γίνεται κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, όμως δεν τίθενται σε ισχύ και δε δεσμεύουν τη Δημοκρατία, αν δεν κυρωθούν με νόμο από τη Βουλή. Εξαιρούνται όσες αφορούν εμπορικά θέματα ή οικονομική συνεργασία.

Οι νόμοι και οι αποφάσεις της Βουλής κοινοποιούνται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος, μέσα σε δεκαπέντε μέρες από την κοινοποίησή τους στο Γραφείο του, υποχρεούται να τα εκδώσει με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Μέσα στην προθεσμία αυτή ο Πρόεδρος δικαιούται να αναπέμψει τον νόμο ή την απόφαση της Βουλής ή τμήμα τους για επανεξέταση, εκθέτοντας ταυτόχρονα και τους λόγους της αναπομπής. Σ’ αυτή την περίπτωση η Βουλή αποφασίζει για το αναπεμφθέν θέμα μέσα σε δεκαπέντε μέρες ή μέσα σε τριάντα μέρες σε περίπτωση αναπομπής του προϋπολογισμού. Αν η Βουλή εμμείνει στην απόφασή της, ο Πρόεδρος εκδίδει τον νόμο ή την απόφαση μέσα στα πλαίσια της καθορισμένης από το σύνταγμα προθεσμίας.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν από την έκδοση οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης της Βουλής, έχει το δικαίωμα να αναφερθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο και να ζητήσει γνωμάτευση κατά πόσο ο νόμος ή η απόφαση της Βουλής ή ορισμένη διάταξή τους βρίσκονται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με το σύνταγμα ή με το Δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ανώτατο ερευνά το θέμα και, αφού ακούσει τις απόψεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής, εκδίδει τη γνωμάτευσή του και την κοινοποιεί τόσο στον Πρόεδρο όσο και στη Βουλή. Αν το Ανώτατο κρίνει ότι νόμος ή απόφαση της Βουλής ή διάταξή τους βρίσκονται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με το σύνταγμα, ο νόμος ή η απόφαση δεν μπορούν να εκδοθούν και να τεθούν σε εφαρμογή.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα της οριστικής αρνησικυρίας οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης της Βουλής των Αντιπροσώπων στο σύνολό τους ή εν μέρει, εφόσον ο νόμος ή η απόφαση στο σύνολό τους ή εν μέρει αφορούν εξωτερικές υποθέσεις και θέματα άμυνας και ασφάλειας.

Έγκριση ή απόρριψη από τη  Βουλή της  απόφασης για κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης

Σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου που απειλεί την ύπαρξη της Δημοκρατίας ή οποιοδήποτε τμήμα της, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εξουσία να προκηρύσσει, με απόφασή του, την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει την προκήρυξη, με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, εκτός αν ασκήσει, μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες, το δικαίωμα αρνησικυρίας. Για να τεθεί όμως η χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, πρέπει η εκδοθείσα προκήρυξη να κατατεθεί και να εγκριθεί από τη Βουλή. Αν η Βουλή απορρίψει την προκήρυξη, αυτή δεν έχει καμιά νομική ισχύ. 

Εγκατάσταση του Προέδρου της Δημοκρατίας

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εγκαθίσταται στο αξίωμά του από τη Βουλή, ενώπιον της οποίας δίνει τη νενομισμένη διαβεβαίωση ότι θα επιδεικνύει, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, πίστη και σεβασμό στο σύνταγμα και στους νόμους που συνάδουν με αυτό, καθώς και στη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας. Για τον σκοπό αυτό η ολομέλεια της Βουλής συνέρχεται σε επίσημη συνεδρία την ημέρα κατά την οποία λήγει η πενταετής θητεία του απερχόμενου Προέδρου και, σε περίπτωση αναπληρωματικής εκλογής, την τρίτη ημέρα μετά τη διεξαγωγή της εκλογής.

Διαδικασία έκπτωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας από το αξίωμά του λόγω εσχάτης προδοσίας ή λόγω ανικανότητας

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διώκεται για εσχάτη προδοσία κατόπιν ψηφίσματος της Βουλής, νοουμένου ότι το ψήφισμα έχει προταθεί τουλάχιστον από το ένα πέμπτο του συνολικού αριθμού των βουλευτών και έχει εγκριθεί με μυστική ψηφοφορία τουλάχιστον από τα τρία τέταρτα του συνολικού αριθμού τους. 
Το κοινοβούλιο κινεί επίσης τη διαδικασία για έκπτωση του Προέδρου της Δημοκρατίας από το αξίωμά του λόγω διαρκούς σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας ή λόγω μη προσωρινής απουσίας που καθιστά αδύνατη την ενεργό εκπλήρωση των καθηκόντων του. Για να παραπεμφθεί το θέμα στο Ανώτατο Δικαστήριο για λήψη απόφασης, πρέπει η Βουλή να εγκρίνει, με απλή πλειοψηφία, σχετικό ψήφισμα, έπειτα από πρόταση τουλάχιστον του ενός πέμπτου του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

Κοινοβουλευτικός έλεγχος

Εκτός από τον νομοθετικό της ρόλο η Βουλή ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο, ελέγχει δηλαδή την κυβέρνηση και τα μέλη της, με ποικίλους τρόπους και μέσα.

Έμμεσα ο ρόλος αυτός ασκείται με το δικαίωμα του κοινοβουλίου να τροποποιεί ή να καταψηφίζει εξ ολοκλήρου τα νομοσχέδια που προτείνονται από την εκτελεστική εξουσία και κυρίως τον κρατικό προϋπολογισμό. 

Άμεσα η Βουλή ασκεί έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία με την υποβολή ερωτήσεων προς τους αρμόδιους υπουργούς και με την εγγραφή θεμάτων είτε στην ολομέλεια του σώματος είτε στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές με την αυτεπάγγελτη εξέτασή τους.

Οι ερωτήσεις που υποβάλλονται από τους βουλευτές αναφέρονται σε θέματα που καλύπτουν όλο το φάσμα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής του τόπου. Αν η ερώτηση δεν απαντηθεί από τον αρμόδιο υπουργό μέσα σε τριάντα μέρες ή αν η απάντηση δεν ικανοποιεί τον βουλευτή που την υπέβαλε, αυτός έχει το δικαίωμα να εγγράψει σχετικό θέμα για συζήτηση στην ολομέλεια του σώματος κατά την ίδια συνεδρία της λήψης της απάντησης ή οποιασδήποτε από τις επόμενες τρεις συνεδρίες.

Τα γενικού ή ειδικού ενδιαφέροντος θέματα που εγγράφονται από τους βουλευτές είτε συζητούνται απευθείας στην ολομέλεια είτε παραπέμπονται στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή για μελέτη, οπότε ακολουθείται η ίδια διαδικασία που τηρείται και κατά τη μελέτη των σχεδίων νόμου.

Κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται και στην περίπτωση κατά την οποία η Βουλή συστήνει εξεταστική επιτροπή με σκοπό την τεκμηριωμένη και σε βάθος εξέταση κάποιου θέματος, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία λόγω εξαιρετικού ενδιαφέροντος ή απρόβλεπτων περιστάσεων ζητείται από το σώμα η συζήτηση θέματος προ ημερησίας διατάξεως και εφόσον δίδεται η σχετική άδεια από τον Πρόεδρο της Βουλής.

Επηρεασμός της Βουλής στη διαμόρφωση οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής

Η Βουλή, νομοθετώντας και ασκώντας την ελεγκτική της αρμοδιότητα, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη χάραξη και στην αναμόρφωση της εκάστοτε οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής στον βαθμό που εκφράζεται με τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι αρμοδιότητες του κοινοβουλίου ως προς την οικονομική διαχείριση του κράτους είναι καθοριστικές, δεδομένου ότι ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός τυγχάνει της μελέτης και της έγκρισής του. Μέσω της διεργασίας αυτής η Βουλή ελέγχει, αξιολογεί και εγκρίνει τις δημόσιες δαπάνες, τα σχέδια αναπτύξεως, την αριθμητική και οργανωτική επάρκεια της δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και τα σχέδια ανακουφίσεως για τους εκτοπισθέντες και τους παθόντες.

Ο προϋπολογισμός κατατίθεται στη Βουλή το αργότερο τρεις μήνες πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους (1η Ιανουαρίου) και ψηφίζεται από αυτή πριν από την έναρξή του. Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί δυνατή η έγκριση του προϋπολογισμού μέχρι την έναρξη του οικονομικού έτους, η Βουλή μπορεί, με απόφασή της, να παράσχει εξουσιοδότηση για διενέργεια οποιασδήποτε δαπάνης απαιτείται για τη συνέχιση δημόσιων υπηρεσιών αναφορικά με τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο. Τα κονδύλια που εγκρίνει η Βουλή σε αυτές τις περιπτώσεις ονομάζονται δωδεκατημόρια και δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ποσό που είχε εγκρίνει η Βουλή στον προϋπολογισμό του προηγούμενου έτους για τον ίδιο σκοπό. Επίσης, αν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους διαπιστωθεί ότι το κονδύλι που ψήφισε η Βουλή για κάποιο σκοπό είναι ανεπαρκές ή αν παραστεί ανάγκη να διατεθεί κονδύλι για σκοπό που δεν είχε προβλεφθεί και συμπεριληφθεί στον ετήσιο προϋπολογισμό, κατατίθεται στη Βουλή συμπληρωματικός προϋπολογισμός, για να καλυφθεί η ανάγκη που προέκυψε.

Επιπρόσθετα, η Βουλή επηρεάζει τη διαμόρφωση της εκάστοτε κυβερνητικής δημοσιονομικής πολιτικής, αφού εγκρίνει τις κυβερνητικές εγγυήσεις και τα δάνεια, τους προϋπολογισμούς των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου και τα τέλη και δικαιώματα που επιβάλλουν διάφορες αρχές και οργανισμοί.

Τέλος, το κοινοβούλιο εγκρίνει τον τελικό απολογισμό, που περιλαμβάνει τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του προϋπολογισμού. Στη Βουλή κατατίθεται επίσης η ετήσια έκθεση του Γενικού Ελεγκτή.